INNERWORK
ΑΡΘΡΑ


ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ

Αποφάσισα να παραθέσω ένα κείμενο, ως δεύτερο μέρος της παρούσης μελέτης, που συνέγραψα πριν από χρόνια εκθέτοντας κάποιες προσωπικές σκέψεις, υποθέσεις θα έλεγα προς το ακριβέστερο, πάνω στα έργα του Κάρλος Καστανέντα, θεωρώντας ότι ο αναγνώστης έχει κάποια έστω μικρή εξοικείωση με αυτά. Οι συσχετισμοί που έκανα καθώς και οι εικασίες - όχι ακριβώς συμπεράσματα - απηχούν τα τότε ενδιαφέροντά μου και τις παραστάσεις που είχα από βιβλία που διάβαζα και από σχολές στις οποίες συμμετείχα. Από τότε έως σήμερα η προσέγγισή μου έχει αλλάξει δραματικά, όμως εξακολουθώ να αισθάνομαι άβολα λόγω του υψηλού βαθμού φαντασιοπληξίας και έλλειψης ρεαλισμού με τον οποίο αντιμετωπίζονται διάφορες πτυχές της “πνευματικότητας”

Χρησιμοποιώ τα εισαγωγικά διότι αυτό που αναφέρεται ως “πνευματικότητα” συχνά καταλήγει σαν άλλη μια ονειροφαντασία για να χάνουμε το χρόνο μας, μιας και η όποια αντιμετώπιση της ζωής και του εαυτού μας δεν μπορεί παρά να είναι ενιαία και όχι διαιρεμένη σε κάποιον υποθετικό υλισμό σε αντιδιαστολή με κάποια ρομαντική πνευματικότητα. Τελικώς με αυτή την τεχνητή δυαδικότητα ταλαιπωρούμε τον εαυτό μας επιχειρώντας να εφαρμόσουμε “πνευματικές” αρχές στη ζωή μας. Παίρνουμε κάποιους αυθαίρετους κανόνες, συχνά υπόπτου προελεύσεως, βιάζουμε τη ζωή μας, ενοχοποιούμε τις διάφορες ανάγκες και προτιμήσεις μας και αυτό το θεωρούμε εξέλιξη.

Ακόμα και αν αυτές οι αρχές είναι πολύ πιο ισορροπημένες, που συχνά είναι, δεν νομίζω ότι η όποια προσπάθεια εφαρμογής τους είναι ισορροπημένη η ίδια αφ’ εαυτής. Αυτά τα πράγματα καλό είναι να πηγάζουν από μέσα μας και όχι να εφαρμόζονται ως καταναγκαστικές ιδέες προερχόμενες εκ των έξω. Η όποια εξωτερική ιδέα πρέπει να συναντάται με το αντίστοιχο εσωτερικό περιεχόμενο και να συντονίζεται μαζί του και όχι απλά να αντιμετωπίζουμε ορισμένες πτυχές του εαυτού μας ως εχθρούς. Διαφορετικά δεν είναι παρά μια αυτοκαταπίεση προκειμένου να εφαρμόσουμε κάτι που, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, “δεν μάς λέει τίποτα”. Φαίνεται πως κάποιες ποιότητες ενυπάρχουν ήδη μέσα μας, αλλά μόνο ως λανθάνον δυναμικό και ο τρόπος εκδήλωσής τους δεν είναι να προσπαθούμε να τις δημιουργήσουμε εκ του μη όντος, όσο το να παραμερίσουμε τα εσωτερικά εμπόδια που τις συγκαλύπτουν. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Λέμε για τα εσωτερικά εμπόδια. Τα εξωτερικά εμπόδια δεν αποτελούν σημαντικό πρόβλημα γι’ αυτού του είδους την εργασία. Αν κάποιος πιστεύει ότι οι εξωτερικές συνθήκες προκαλούν την καταστολή των εσωτερικών ποιοτήτων, αυτό θα μπορούσε να ισχύει κυρίως στην παιδική ηλικία ή στη νεότητα. Κατόπιν όμως τα πράγματα είναι κυριολεκτικά στο χέρι μας.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι στα δύο πρώτα βιβλία του Κάρλος Καστανέντα γίνεται εκτενής αναφορά σε εμπειρίες του από τη χρήση φυτικών παραισθησιογόνων ουσιών, ενταγμένων σε μια συνολική κοσμοθεώρηση στην οποία τον εισήγαγε ο δάσκαλός του. Αυτό φυσικά δεν έχει καμία σχέση με την κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών στη λογική που γίνεται σήμερα από πολλούς, ή ακόμα και από κάποιους οι οποίοι ορμώμενοι από τα έργα του Καστανέντα φαντασιώνονται κάποιο είδος αυτοεκπαίδευσης στη “μαγεία”.

Παραμερίζοντας την όποια χρήση για ψυχαγωγικούς λόγους, ή απλά για αποφυγή των προβλημάτων μας, θα σταθούμε στη χρήση που γίνεται για “πνευματική εξέλιξη”. Και η ερώτησή μου είναι η εξής: Τι σχέση υπάρχει μεταξύ ενός ανθρώπου με ατσάλινη θέληση και εντυπωσιακή αυτοπειθαρχία όπως ήταν ο Δον Χουάν, ή ακόμα ο ίδιος ο Κάρλος Καστανέντα, με το πλαδαρό και αδύναμο ον που έχει καταντήσει ο σημερινός άνθρωπος; (Για τον Κάρλος Καστανέντα η αξιολόγηση που κάνω προκύπτει από υπονοούμενα και αποσπασματικές αναφορές, σχεδόν κρυμμένες ή χαμένες μέσα στο υπόλοιπο κείμενο των βιβλίων του. Για τον Δον Χουάν ο συγγραφέας επισημαίνει συνεχώς τα εξαιρετικά προσόντα του χαρακτήρα του).

Ποια είναι η προσωπική δύναμη ενός ρομαντικού χίπη, ή ενός νωθρού εσωτεριστή που φαντασιώνεται ανώτερους εαυτούς και ροζ αγγέλους γεμάτους “αγάπη”; Πόσες φορές έχετε ακούσει κάποιον μέσα σε αυτούς τους χώρους να διαμαρτύρεται ότι δεν μπόρεσε να κάνει τις ασκήσεις του (τις οποίες ο ίδιος αποφάσισε), επειδή κάτι τον στεναχώρησε, επειδή έχει ανακαίνιση στο σπίτι του, ή επειδή έχει προβλήματα με συναδέλφους στη δουλειά; Ή ακόμα πιο τραγικό, επειδή ξέχασε! Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος που αλλάζει προσανατολισμό στη ζωή του πολλές φορές τη μέρα, τσαλαβουτώντας εκεί που φυσάει ο κάθε άνεμος.

Όσες ψυχοτρόπες ουσίες και να καταναλώσει θα είναι και θα παραμείνει αδύναμος. Το θέμα δεν είναι τι κάνουμε, που πηγαίνουμε, ή τι καπνίζουμε, αλλά κυρίως τι είδους άνθρωποι είμαστε. Στο φλέγον ερώτημα αν από τη χρήση τέτοιων ουσιών μπορεί να προκύψει κάποιο όφελος, σε πρώτη φάση θα έλεγα να επισκεφτείτε το πλησιέστερο στέκι τοξικομανών. Είναι διαφωτιστική εμπειρία.

Όμως - και εδώ εισέρχομαι πλέον σε πεδία αμφίβολης νομιμότητας ή πνευματικού καθωσπρεπισμού - αν κάποιος διαθέτει θέληση και αυτοπειθαρχία πολύ πάνω από το μέσο όρο, έχοντας ταυτόχρονα εκπαιδευτεί συστηματικά εν μέσω πραγματικών προκλήσεων στη ζωή, τότε και μόνο τότε ο ενδεχόμενος και φυσικά περιστασιακός πειραματισμός με κάποια ψυχοτρόπο ουσία ίσως να έχει κάτι να προσφέρει. Ή για να ακριβολογήσουμε, ενδέχεται ο συγκροτημένος ψυχισμός του να μπορέσει να αντλήσει κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό, στις συνθήκες που προκαλεί η δράση αυτών των ουσιών. Το ίδιο φυσικά ισχύει για όλες τις συνθήκες και προκλήσεις της ζωής μας. Ο συγκροτημένος αντλεί πολύ διαφορετικά πράγματα από ένα γεγονός, από ότι κάποιος άλλος με ασυνάρτητη ψυχοσύνθεση.

Παρεμπιπτόντως, σε συνέχεια των προηγουμένων, θα επισημάνω ότι η επίδραση μιας ψυχοτρόπου ουσίας είναι συχνά διαφορετική σε έναν συνηθισμένο άνθρωπο από ότι σε κάποιον ο οποίος έχει αναπτύξει τη λεγόμενη “προσωπική δύναμη”. Ενίοτε είναι τόσο διαφορετική σαν να πρόκειται περί άλλης ουσίας. Και αυτό ισχύει για τα πάντα. Το αν θα ωφεληθούμε από την επαφή με τη φύση, ή από διάφορες ασκήσεις, εξαρτάται κυρίως από το τι είδους άνθρωποι είμαστε εμείς. Ελάχιστα εξαρτάται από την άσκηση ή από τα βουνά και τα δέντρα.

Δεν θα ήθελα όμως να είμαι επικριτικός απέναντι σε ανθρώπους που χωρίς την απαιτούμενη διάκριση και αυτοαξιολόγηση, εμπλέκουν τον εαυτό τους σε ριψοκίνδυνους πειραματισμούς και συνήθειες. Κανείς δεν γνωρίζει τι γίνεται μέσα στην ψυχή ή στη ζωή κάποιου άλλου. Δεν γνωρίζουμε το σταυρό που κουβαλάει ο καθένας μας. Γι’ αυτό ποτέ δεν πρέπει να καταδικάζουμε ή να κρίνουμε αυστηρά κανέναν. Στην ουσία δεν πρέπει να κρίνουμε καθόλου. Με τι προσόντα θα το κάνουμε και τι πραγματικά γνωρίζουμε γι’ αυτόν που ελαφρά τη καρδία καταδικάζουμε; Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι ο αναφερόμενος ως “δρόμος του πολεμιστή” έχει ορισμένες απαιτήσεις, όπως και τα πάντα στη ζωή. Όπως και ο δρόμος του αθλητή, του καλλιτέχνη, ή του επιστήμονα. Δεν γίνεται άκριτα καλλιτέχνης, ή αθλητής, ή επιστήμονας, ο οποιοσδήποτε. Υπάρχουν προϋποθέσεις. Απαιτούνται προσόντα. Αν δεν τα διαθέτουμε τότε ας μην παίξουμε με ψυχοτρόπες ουσίες. Πρώτα η συστηματική εργασία για απόκτηση προσόντων (εφ’ όσον προϋπάρχει η εγγενής κλίση προς το αντικείμενο) και μετά το ο,τιδήποτε άλλο σαν φυσική συνέχεια της εκπαίδευσης. Και ας απαλλαγούμε από την ψευδαίσθηση ότι υπάρχουν σύντομοι δρόμοι. Η απαιτούμενη εργασία δεν μπορεί για κανένα λόγο να παρακαμφθεί. Αν το επιχειρήσουμε θα υπάρξουν συνέπειες. Η πιο ανώδυνη είναι η απογοήτευση και η γελοιοποίηση. Τις άλλες ας τις φανταστεί ο καθένας.

Μετά την έκδοση των πρώτων βιβλίων του Κάρλος Καστανέντα στη δεκαετία του 1960, ένα μεγάλο κύμα χίπηδων και περίεργων δυτικών, κατέκλυσαν το Μεξικό και τις τοπικές κοινότητες των Ινδιάνων σε αναζήτηση του Δον Χουάν ή “δασκάλων” ανάλογων του Δον Χουάν. Η εισβολή αυτή είχε δυσμενείς πολιτιστικές επιπτώσεις για τους πληθυσμούς των Ινδιάνων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν ήδη αρκετά προβλήματα και που δεν γνώριζαν για ποιο πράγμα τους μιλούσαν οι επισκέπτες. Οι δικές τους σαμανιστικές παραδόσεις δεν ταυτίζονταν με την εκδοχή του Κάρλος Καστανέντα, παρά μόνο σε ορισμένα σημεία. Οι αφελείς αναζητητές έτυχαν βέβαια και της σχετικής εκμετάλλευσης, όπου διάφοροι επιτήδειοι Ινδιάνοι τους χορηγούσαν παραισθησιογόνα έναντι αμοιβής. Θυμάμαι σε ένα ντοκιμαντέρ που είδα ο δημοσιογράφος ρωτούσε μια νεαρή γυναίκα, η οποία προφανώς ανήκε στα “παιδιά των λουλουδιών”, αν είχε δοκιμάσει πεγιότ και ποιες ήταν οι εντυπώσεις της. Και αυτή, με ένα σε εντυπωσιακό επίπεδο ονειροπαρμένο ύφος, απάντησε: “Ήταν ένα ταξίδι...”.




ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΤΟΛΤΕΚΩΝ (Παλαιότερο άρθρο)

Τα έργα του Κάρλος Καστανέντα έχουν γίνει εδώ και μερικές δεκαετίες παγκοσμίως γνωστά, κυρίως λόγω του μυθιστορηματικού τους χαρακτήρα. Θα αποτολμήσω να κάνω μερικές σκέψεις για τη φύση τους, το περιεχόμενό τους και τη σαμανιστική παράδοση των Τολτέκων, όπως αυτή εκφράζεται από τον ίδιο. Όλα όσα θα αναφέρω παρακάτω είναι λογικές υποθέσεις που δεν αξιώνουν το κύρος κάποιας ανθρωπολογικής, ιστορικής ή φιλοσοφικής έρευνας, χωρίς όμως να είναι παντελώς ασύνδετες από αυτούς τους τομείς και θα παρακαλούσα τον αναγνώστη να τα αντιμετωπίσει ως εικασίες.

Το σύστημα που παρουσιάζεται από τον Καστανέντα δεν αντιπροσωπεύει τον παραδοσιακό σαμανισμό, όπως αυτός είναι γνωστός σε διάφορους γηγενείς πληθυσμούς όλων των ηπείρων. Ο κλασικός σαμανισμός έχει σε παγκόσμιο επίπεδο ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία μόνο επιφανειακά απαντώνται στα έργα του Κάρλος Καστανέντα. Η σχέση των έργων του με τον σαμανισμό είναι περιορισμένη και επίσης ορισμένες έννοιες αποκλίνουν σημαντικά μεταξύ τους. Να αναφέρω ως παράδειγμα τον όρο “ναγκουάλ”. Στον σαμανισμό της κεντρικής Αμερικής σύμφωνα με μια ομάδα γλωσσών ονόματι "ναχουάτλ", ο όρος αυτός αντιπροσωπεύει το ζώο προστάτη του μάγου, ή τον ίδιο τον μάγο. Στα έργα του Καστανέντα όμως αντιπροσωπεύει το “άγνωστο”, το “πνεύμα” ή και τον ηγέτη μιας ομάδας “πολεμιστών”, ή εκπαιδευόμενων.

Ο παραδοσιακός σαμανισμός έχει αρκετά στοιχεία τα οποία σήμερα θα τα θεωρούσαμε ως δεισιδαιμονίες και κατά τον Theun Mares (έναν άλλον ενδιαφέροντα συγγραφέα που ισχυρίζεται πως ήρθε σε επαφή με την παράδοση των Τολτέκων), δεν είναι παρά μια “ληγμένη”, ή φθαρμένη πνευματική παράδοση της αρχαιότητας.

Αν υποθέσουμε πως το όλο θέμα δεν είναι παρά μια προσωπική επινόηση του Καστανέντα, ο οποίος ίσως ήρθε σε επαφή με κάποια πρωτόγονη παραδοσιακή σαμανιστική διδασκαλία και την εμπλούτισε με ιδέες δανεισμένες από παραδόσεις της ανατολής, τότε κάθε συζήτηση είναι περιττή διότι έχουμε να κάνουμε με ένα δημιούργημα ουσιαστικά δικό του.

Αν δεχθούμε όμως τη γνησιότητα των ισχυρισμών του (παραβλέποντας τα μυθιστορηματικά στοιχεία των έργων του) τότε έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που ίσως δικαίως θα έφερε τον τίτλο του “εσωτερικού σαμανισμού”. Ανάλογα με διάφορες μυστικιστικές παραδόσεις της δύσης που χαρακτηρίζονται ως “εσωτερικός χριστιανισμός”, αλλά η σχέση τους με την εξωτερική χριστιανική θρησκεία είναι αποσπασματική και η αντιμετώπιση της πνευματικότητας από αυτές ριζικά διαφορετική από την επικρατούσα. Αυτή η υπόθεση προϋποθέτει την επιβίωση εντός των κόλπων των ινδιάνων της κεντρικής Αμερικής ορισμένων ομάδων εσωτερικότερου σαμανισμού των οποίων οι διδασκαλίες και οι πρακτικές ήρθαν στην επιφάνεια μέσω του Καστανέντα.

Μια τρίτη εικασία ενδιάμεση των δύο πρώτων, θα ήταν ότι αυτό με το οποίο ήρθε σε επαφή ο Καστανέντα δεν ήταν μεν ο συνήθης σαμανισμός, ούτε όμως διέθετε το βαθύτατο μεταφυσικό επίπεδο που παρουσιάζει στα έργα του. Το γεγονός αυτό θα σήμαινε πως ο ίδιος “τελειοποίησε”, ή “προσάρμοσε” την αρχική παράδοση με την οποία ήρθε σε επαφή και την οποία στη συνέχεια απέδωσε στους Τολτέκους. Θα είχαμε λοιπόν στην περίπτωση αυτή κάτι αυθεντικό αρχικώς, με τον Καστανέντα να διαδραματίζει ρόλο αναμορφωτή συμπληρώνοντας ίσως κατόπιν δικής του έμπνευσης ορισμένα κενά.

Εδώ να επισημάνουμε πως ο όρος Τολτέκος δεν αναφέρεται στον αντίστοιχο πολιτισμό της κεντρικής Αμερικής, αλλά σημαίνει στα έργα του Καστανέντα, “άνθρωπος της γνώσης”. Στη γλώσσα των λαών της κ. Αμερικής σημαίνει “καλλιτέχνης” ή κάτι σχετικό. Όλο αυτό θυμίζει τους αντίστοιχους θρύλους περί των Ροδοσταύρων στη δύση, οι οποίοι δεν αποτελούσαν κάποια συγκεκριμένη μυστική εταιρεία, αλλά ήταν άνθρωποι υψηλού πνευματικού επιπέδου που εκ του αφανούς επιδρούσαν στο κοινωνικό τους περιβάλλον, ή ακόμη γίνονταν μέλη εσωτερικών οργανώσεων και εκκλησιών, χωρίς να αποκαλύπτουν την πραγματική τους ταυτότητα, ή το υψηλό πνευματικό τους επίπεδο, προκειμένου να τις προστατεύσουν από τη φθορά (βλέπε το έργο του Ρενέ Γκενόν).

Για τα ίδια τα βιβλία του Κάρλος Καστανέντα θεωρώ πως είναι ένα μείγμα πραγματικότητας και μυθιστορίας. Η ακρότητα, ή ακόμη και το τερατώδες στοιχείο που υπεισέρχεται σε ορισμένες από τις διηγήσεις του, καθιστά δύσκολη την αποδοχή τους ως αντικειμενική καταγραφή γεγονότων. Η τεχνική όμως της μυστικοπάθειας και του εντυπωσιασμού, παρά τη σχέση της με τις πρακτικές των σεναριογράφων ή των διαφημιστών έχει την αξία της όσον αφορά την προώθηση και την επιβίωση των εσωτερικών ιδεών. Να επισημάνουμε πως ανάλογη τακτική ακολούθησε και ο Γ. Γκουρτζίεφ με την εκκεντρική του συμπεριφορά, την μυστικοπάθεια όσον αφορά το παρελθόν του και ασφαλώς με την ιδιαίτερη οξύτητα της διάνοιάς του.

Θα εκφράσω μια ίσως κυνική υπόθεση και για τους δύο προαναφερθέντες συγγραφείς. Αν δεχθούμε ότι στα έργα τους υπάρχουν ιδέες οι οποίες μπορούν, εφαρμοζόμενες στην πράξη από τους κατάλληλους ανθρώπους, να προκαλέσουν μια αύξηση του επιπέδου της συνειδητότητάς τους, για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει οι κατάλληλοι άνθρωποι πρώτα να τις διαβάσουν. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη εκδοτικών οίκων οι οποίοι θα θεωρήσουν την έκδοση των αντίστοιχων βιβλίων κερδοφόρα. Πόση όμως είναι η αγοραστική δύναμη των ανθρώπων που εργάζονται με τον εαυτό τους; Από την προσωπική μου εμπειρία θα έλεγα ελάχιστη, γιατί τέτοιοι άνθρωποι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Οι υπόλοιποι εκ των “ενδιαφερομένων” είναι απλώς θεωρητικολόγοι, ή φαντασιόπληκτοι. Όλοι όμως αυτοί οι φαντασιόπληκτοι, που είναι πολλοί, αγοράζουν βιβλία και καθιστούν τις εκδόσεις τους κερδοφόρες. Το γεγονός αυτό δίνει τη δυνατότητα στους λίγους, για τους οποίους έχουν γραφτεί αυτά τα βιβλία, να τα προμηθευτούν.

Αυτή θα ήταν η θετική πλευρά του χειρισμού της περιέργειας των ανθρώπων. Η αρνητική όψη είναι πως όλοι αυτοί που δεν έχουν την πραγματική διάθεση ή ακόμη και τα προσόντα να ακολουθήσουν το “δρόμο του πολεμιστή”, ή τη λεγόμενη “οδό του πονηρού ανθρώπου”, νομίζοντας ότι κατανοούν τις ιδέες που από περιέργεια διάβασαν αρχίζουν και “λένε τη γνώμη τους”. Έτσι δημιουργείται το φαινόμενο, κυρίως στο διαδίκτυο, οι αντίστοιχοι χώροι να είναι γεμάτοι με παρανοήσεις και ασυναρτησίες όσον αφορά τις ιδέες όχι μόνο των προαναφερθέντων συγγραφέων, αλλά και για πληθώρα άλλων θεμάτων όπως ο διαλογισμός, ο εσωτερισμός, η γιόγκα και η θρησκεία, επιτείνοντας το φαινόμενο της πνευματικής σύγχυσης. Ο αναζητητής κυριολεκτικά θα δοκιμαστεί δια πυρός και σιδήρου διανύοντας ένα ναρκοπέδιο από πνευματικές παγίδες και πειρασμούς, προκειμένου να ανακαλύψει το γνήσιο θησαυρό και ιδίως να τον αναγνωρίσει. Η αναγνώριση αυτή θα γίνει μόνο αν ο ενδιαφερόμενος έχει ένα σπόρο προσωπικής δύναμης, ή διαφορετικά ένα ισχυρό και αγνό μαγνητικό κέντρο, όπως θα έλεγε ο Γκουρτζίεφ.

Υπάρχει ένας θρύλος που αφορά τη διάσωση των συμβόλων του Ταρώ. Ο θρύλος αυτός που αναφέρεται από τον Παπύς, ίσως και άλλους, διατείνεται πως οι βασικές αρχές του Ταρώ αποτελούσαν μέρος της διδασκαλίας των αρχαίων Αιγυπτιακών μυστηρίων. Όταν οι ιερείς διείδαν την πιθανότητα τα μυστήρια να πάψουν να υπάρχουν πλέον λόγω ιστορικών συγκυριών, θέλησαν να διασώσουν τις αλήθειες που δίδασκαν. Σε μια σύνοδο των αρχιερέων αποφασίστηκε να δημιουργηθεί μια σειρά συμβόλων γι' αυτό το σκοπό. Το πρόβλημα ήταν πως θα εξασφαλιστεί η διαιώνισή τους. Έγιναν διάφορες προτάσεις οι οποίες συνέκλιναν στο να εμπιστευτούν τα σύμβολα αυτά στην ανθρώπινη αρετή. Δηλαδή να βρουν ενάρετους ανθρώπους να τους τα παραδώσουν και αυτοί με τη σειρά τους να τα εμπιστευτούν σε άξιους και ενάρετους διαδόχους, περισώζοντας έτσι τη σοφία των αρχαίων μυστηρίων.

Ο θρύλος διατείνεται πως ένας ηλικιωμένος ιερέας διαφώνησε και πρότεινε μια διαφορετική τακτική. Ισχυρίστηκε πως η ανθρώπινη αρετή είναι κάτι το αμφίβολο και ασταθές. Τι θα συνέβαινε αν κάποιος κάτοχος αυτής της σοφίας δεν κατόρθωνε να βρει ενάρετο διάδοχο; Πρότεινε λοιπόν να εμπιστευτούν τα σύμβολα αυτά στην ανθρώπινη αδυναμία και διαφθορά. Έτσι λοιπόν επινόησαν ένα παιχνίδι με κάρτες, επάνω στις οποίες ήταν σχεδιασμένα τα σύμβολα με τις υψηλές αλήθειες των μυστηρίων. Και κατά ένα περίεργο τρόπο η ανθρώπινη αδυναμία, η χαρτοπαιξία, η χαρτομαντεία και η διαφθορά μάς παρέδωσαν ένα εξαίρετο σύνολο πνευματικών συμβόλων, που συνέβαλε κατά μεγάλο μέρος στην αναγέννηση της δυτικής εσωτερικής παράδοσης.

Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο ο θρύλος για τη σύνοδο των αρχιερέων είναι ακριβής, όμως ιστορικά το Ταρώ διασώθηκε από τους χαρτοπαίκτες και τους χαρτομάντεις, έως ότου κατέληξε στα χέρια των εσωτεριστών, οι οποίοι και το αξιοποίησαν κατάλληλα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με το έργο του Καστανέντα – και κατ' επέκταση με του Γκουρτζίεφ. Για τη διάδοση και τη διάσωση “φρόντισαν” άνθρωποι ωθούμενοι από περιέργεια, τάσεις φυγής, άνθρωποι που αγαπούν τη θεωρία και όχι την πράξη, ακόμα και τοξικομανείς οι οποίοι επιχειρούν να δικαιώσουν ιδεολογικά τον εθισμό τους.

Θα κλείσω την εισαγωγή αυτή επιχειρώντας ορισμένους “μεταφυσικούς ελιγμούς”. Θα αναφερθώ στο έργο του Ρενέ Γκενόν και στη θεωρία των “κύκλων”, ή “εποχών”, που είναι γνωστοί από την αρχαιότητα, την Ινδική και την Ελληνική. Σύμφωνα με τον Γκενόν, όταν κλείνει ένας ιστορικός – πνευματικός – εξελικτικός κύκλος της ανθρωπότητας υπάρχει η τάση στο τελείωμά του να αναβιώνουν διδασκαλίες και πνευματικές παραδόσεις που ανήκουν στο παρελθόν, αλλά έχουν ακόμη κάτι να δώσουν. Ένα “υπόλοιπο”. Παραδόσεις που δεν ολοκλήρωσαν το έργο τους στην εποχή τους και κατόπιν στο τελείωμα ενός κύκλου εκτονώνουν το εναπομείναν δυναμικό τους, σε μια προσπάθεια να συμπληρώσουν τα κενά της παρελθούσας δράσης τους. Εκεί κατά Γκενόν οφείλεται το φαινόμενο της αναβίωσης αρχαίων θρησκειών και πληθώρας ιδεών του παρελθόντος, που παρατηρείται στις μέρες μας. Ένα αντίστοιχο φαινόμενο εμφανίστηκε και στη δύση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, την οποία ακολούθησε η Χριστιανική εποχή και ο Μεσαίωνας, με σαφώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από την κλασσική αρχαιότητα.

Στα πλαίσια λοιπόν της σημερινής περιόδου παρουσιάζεται το φαινόμενο της αναβίωσης αρχαίων θρησκειών και εσωτερικών διδασκαλιών. Κάποιες είναι αξιόλογες, κάποιες άλλες είναι απλώς μια γελοιογραφία του ένδοξου παρελθόντος τους. Φαίνεται πως στις μέρες μας διανύουμε μια περίοδο “εκτόνωσης πνευματικών υπολοίπων”. Ίσως εκεί να ανήκει και η αναβίωση του παραδοσιακού σαμανισμού, καθώς και της εκλεπτυσμένης εσωτερικότερης εκδοχής του. Ο Ρενέ Γκενόν ισχυρίζεται πως όλη αυτή η διαδικασία δημιουργεί τα σπέρματα των πνευματικών παραδόσεων του επερχόμενου κύκλου και ίσως σε αυτό το πλαίσιο να τοποθετείται η αναβίωση της παράδοσης των Τολτέκων. Ο παραδοσιακός σαμανισμός είναι σαφώς αρχαιοπρεπής με πληθώρα δεισιδαιμονικών στοιχείων, όμως η παραλλαγή του Καστανέντα (απαλλαγμένη από τα μυθιστορηματικά στοιχεία των βιβλίων του) και επίσης του Theun Mares, διαθέτει μια ασυνήθιστη ζωντάνια και αποτελεσματικότητα, χωρίς να προσβάλει τη λογική, διότι πολλές πρακτικές της είναι ένα είδος ιδιαίτερα εκλεπτυσμένων ψυχολογικών χειρισμών. Και αν θελήσουμε να είμαστε ακριβείς, η πρακτική εφαρμογή των ιδεών που αποδίδονται στην παράδοση των Τολτέκων προαπαιτεί ένα αρχικό κεφάλαιο προσωπικής δύναμης και ισορροπίας του “νησιού του Τονάλ”, δεδομένα που όπως φαίνεται λίγοι διαθέτουν και ελάχιστοι προτίθενται να τα αξιοποιήσουν.

Έτσι λοιπόν παρά το μυθιστορηματικό ύφος των αφηγήσεων του Κάρλος Καστανέντα και το αρχικά δυσκολονόητο περιεχόμενο των βιβλίων του Theun Mares, πιστεύω πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο αναβίωσης (ίσως τροποποιημένης και προσαρμοσμένης) μιας μάλλον άγνωστης έως τώρα αρχαίας παράδοσης εσωτερικού σαμανισμού, η οποία για τους ιθαγενείς λαούς της κεντρικής Αμερικής έπαιξε στην εποχή της ένα ρόλο αντίστοιχο των Ροδοσταύρων της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής Δύσης. Όπως “Τολτέκος” σημαίνει άνθρωπος της γνώσης ο οποίος δρούσε προσφέροντας υπηρεσίες στην κοινότητά του, έτσι και οι Ροδόσταυροι δεν ήταν κάποια οργάνωση, σαν και αυτές που ξεφυτρώνουν σήμερα σαν μανιτάρια, αλλά κάτοχοι ενός υψηλού συνειδησιακού επιπέδου το οποίο αξιοποιούσαν προς όφελος των κοινωνιών στις οποίες ζούσαν.

Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά δικές μου εικασίες και συσχετισμοί, χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία πέραν ορισμένων ομοιοτήτων, οι οποίες φυσικά μπορούν και να αμφισβητηθούν. Παρά την προφανή απουσία επιστημονικής εγκυρότητας, ελπίζω να συνέβαλα στην αντιμετώπιση μιας τάσης φαντασιοπληξίας, η οποία συνοδεύει και ταλαιπωρεί τις ιδέες του Κάρλος Καστανέντα. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στον μεγάλο αριθμό ανθρώπων με ζωηρή φαντασία και τάσεις φυγής που διαβάζουν τα βιβλία του, αλλά και σε μια εγγενή αδυναμία των κατά τα άλλα αξιολογότατων έργων του. Στο δυσδιάκριτο μεν αλλά γοητευτικό ταυτόχρονα μείγμα φανταστικού και πραγματικού. Όμως η πρακτική εφαρμογή των ιδεών αυτών απαιτεί πολύ μεγάλη διάκριση και απόλυτη γείωση στην καθημερινή πραγματικότητα. Η εφαρμογή δεν είναι μυθιστορηματική φαντασία και δεν γίνεται για να ζήσουμε εμπειρίες που θα μας κάνουν να ξεχάσουμε τις δυσκολίες της καθημερινότητας, αλλά για αποκτήσουμε την απαιτούμενη προσωπική δύναμη για την αντιμετώπισή τους.

Ας λάβουμε υπόψη πως η “Ξεχωριστή Πραγματικότητα” την οποία ονειρεύονται οι περισσότεροι αναγνώστες του Κάρλος Καστανέντα και του Theun Mares δεν είναι απαραίτητα μια αληθινή πραγματικότητα, αλλά μπορεί να είναι μια φαντασιακή ψευτοπραγματικότητα φυγής. Αυτό όμως εξαρτάται από τον αρχικό μας προσανατολισμό. Θέλουμε να εργαστούμε με τον εαυτό μας καταβάλλοντας ασύλληπτη ποσότητα καθημερινών προσπαθειών, ή απλά επιδιώκουμε να ξεχαστούμε από τα προβλήματά μας; Η ειλικρινής απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει και το είδος της ξεχωριστής πραγματικότητας στο οποίο θα καταλήξουμε.