INNERWORK
ΑΡΘΡΑ


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΡΑΣΚΟΛΝΙΚΩΦ

Δεν θα επιχειρήσω να κάνω λογοτεχνική ή φιλολογική ανάλυση του πασίγνωστου έργου του Ντοστογιέφσκι, “Έγκλημα και Τιμωρία”. Θα παρουσιάσω μόνο ένα απόσπασμα από το έξοχο μυθιστόρημά του το οποίο αναφέρεται στο τελευταίο όνειρο που είδε ο ήρωας της υπόθεσης, ο Ρασκόλνικωφ, που σηματοδοτεί την οριστική μεταστροφή του. Μια μεταστροφή εξατομίκευσης και ανάδυσης του θεμελιώδους αρχέτυπου του Εαυτού, την οποία ο συγγραφέας προετοίμαζε σταδιακά στην πλοκή του βιβλίου.

Είναι γνωστό ότι ο Ντοστογιέφσκι αν και δεν ήταν ψυχολόγος, ήταν ένας από τους πρόδρομους της ψυχανάλυσης και της ψυχολογίας ευρύτερα. Είχε μια άριστη γνώση της ψυχοδυναμικής του ασυνείδητου και όπως είπε ο Φρόυντ, οι ποιητές ανακάλυψαν το ασυνείδητο πριν από τους ψυχολόγους. Αυτό είναι ένα φαινόμενο ιδιαίτερα συχνό. Καλλιτέχνες, ζωγράφοι, ποιητές, λογοτέχνες και φιλόσοφοι, εκφράζουν ιδέες και συναισθήματα πολύ πριν αυτά εδραιωθούν συνειδητά στην κοινωνία και αποτελέσουν μέρος της ανθρώπινης πολιτιστικής κληρονομιάς. Έτσι δικαίως χαρακτηρίζονται ως πρόδρομοι της εξέλιξης, γιατί βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή του ανθρώπινου πνεύματος. Συχνά διαθέτουν μια διαισθητικού είδους ευαισθησία η οποία “διαβάζει” τις λανθάνουσες τάσεις μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και κατόπιν τις εκφράζουν μέσω του ιδιαίτερου ταλέντο τους. Οι τάσεις αυτές δεν είναι πάντοτε δημιουργικές, αναδύονται όμως στην επιφάνεια του συνειδητού και αυτό οδηγεί σε κάποια λύση. Δηλαδή μια διαδικασία αφομοίωσης και μεταστοιχείωσης, συχνά μετά από ένα μακρύ χρονικό διάστημα και πλείστες όσες καταστροφές.

Το όνειρο που θα παρουσιάσω εδώ δεν είναι το πιο γνωστό του συγκεκριμένου έργου, όπως αυτό με την άμαξα και το άλογο, έχει όμως ένα περιεχόμενο το οποίο καλό είναι να λάβουμε υπόψη επειδή σχετίζεται με το εν γένει περιεχόμενο της ιστοσελίδας. Αναφέρεται στην έπαρση, στη μοιραία αίσθηση ανωτερότητας, στην απόλυτα μολυσματική πεποίθηση ότι όλο το δίκιο είναι με το μέρος μας και πως είναι χρέος μας να το επιβάλλουμε στους πάντες, ακόμα και δια της βίας. Αναφέρεται στο πνεύμα της αλαζονείας, της σύγχυσης και της ύβρεως, το οποίο οδήγησε τον Ρασκόλνικωφ στο έγκλημα. Το όνειρο λοιπόν είναι το εξής (χρησιμοποιώ μια, σε ελάχιστες λέξεις τροποποιημένη, μετάφραση):

"Ονειρευόταν πώς ολόκληρος ο κόσμος είχε καταδικαστεί τάχα να πεθάνει από μια τρομερή και πρωτοφανέρωτη πανούκλα, που ερχόταν από της Ασίας τα βάθη κι’ άπλωνε στην Ευρώπη. Έπρεπε όλοι να πεθάνουν εκτός από ελάχιστους εκλεκτούς. Το σώμα του ανθρώπου υπέκυπτε σε κάτι άγνωστους ως τότε μικροσκοπικούς βάκιλους - βάκιλους με λογικό και θέληση. Ήταν πνεύματα οι βάκιλοι εκείνοι. Όσοι προσβάλλονταν από τα περίεργα αυτά μικρόβια γινόντουσαν δαιμονικοί και τρελαίνονταν.

Ποτέ όμως, σε καμία περίπτωση, οι άνθρωποι δεν πίστευαν τον εαυτό τους τόσο μυαλωμένο, ποτέ δεν πίστεψαν απόλυτα πώς βρήκαν επιτέλους την αλήθεια, όσο οι μολυσμένοι εκείνοι από την τρομερή και πρωτοφανέρωτη πανούκλα. Ποτέ δεν πίστεψαν ως πιο γερά και θεμελιωμένα τα συμπεράσματά τους, τις επιστημονικές τους θεωρίες, τα ηθικά τους δόγματα.

Ολόκληρα χωριά, πολιτείες ολάκερες, λαοί, πέρα ως πέρα μολύνονταν και τρελαίνονταν. Όλοι βρισκόντουσαν σε ταραχή και δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο. Ο καθένας νόμιζε ότι μονάχα αυτός κατάκτησε την αλήθεια, κι απελπίζονταν τρομερά κοιτώντας τους άλλους. Χτυπούσε τότε το στήθος του, έκλαιγε κι ένωνε τα χέρια του σφίγγοντάς τα απελπισμένος.

Δεν γνώριζαν ποιον να κρίνουν και πώς να τον κρίνουν. Δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν τι έπρεπε να θεωρούν καλό και τι κακό. Δεν ήξεραν ποιον να καταδικάσουν και ποιον ν’ αθωώσουν. Οι άνθρωποι αυτοί σκοτώνονταν μεταξύ τους με μίσος τυφλό, που τίποτα τ' ορισμένο δεν εξυπηρετούσε, σε τίποτα δεν απέβλεπε.

Ολόκληρες στρατιές μαζεύονταν για να χτυπηθούν άγρια η μια με την άλλη. Μα οι πολεμιστές ενώ ακόμα βάδιζαν ενάντια στον εχθρό - στον κοινό εχθρό που έπρεπε να χτυπήσουν - τους καταλάμβανε μανία καταστροφής κι' άρχιζαν να χτυπιούνται, να δαγκώνονται, να σφάζονται και να τρώγονται μεταξύ τους. Έτσι η παράταξή τους διαλυόταν.

Στις πολιτείες χτυπούσαν απ’ το πρωί ως το βράδυ οι καμπάνες. Καλούσαν όλους τους κατοίκους. Ποιος τους καλούσε όμως και γιατί, κανένας δεν είχε ιδέα. Όλοι τους ήταν πολύ ανήσυχοι, ταραγμένοι.

Παράτησαν τα συνηθισμένα επαγγέλματα, γιατί ο καθένας πρότεινε δικά του μεταρρυθμιστικά σχέδια. Δεν συμφωνούσαν όμως σε τίποτα. Δεν καλλιεργούσαν πια τα χωράφια, δεν έσπερναν, δεν θέριζαν. Παραμέλησαν ολότελα και τη γεωργία.

Εδώ κι εκεί οι άνθρωποι σχημάτιζαν ομάδες χωριστές, όριζαν έναν κοινό σκοπό, αποφάσιζαν να δράσουν, ορκιζόντουσαν αιώνια συνεργασία. Στη στιγμή όμως διαφωνούσαν, τσακώνονταν και πετσοκόβονταν. Οι πυρκαγιές κι η πείνα έδιναν κι έπαιρναν. Χάθηκαν όλοι κι όλα - καταστράφηκε το καθετί.

Η πανούκλα απλώνονταν, απλώνονταν μοιραία, εξοντωτική. Ελάχιστοι σώθηκαν σ' όλο τον κόσμο. Ήταν οι αγνοί κι οι εκλεκτοί, που προορισμό είχαν να θεμελιώσουν ένα καινούργιο ανθρώπινο γένος και μια καινούργια ζωή, να ανανεώσουν και να καθαρίσουν τη γη. Μα τους ανθρώπους αυτούς κανένας δεν τους έβλεπε πουθενά, κανένας δεν άκουσε ποτέ τα λόγια τους και τη φωνή τους."

Δεν θα το σχολιάσω, μόνο θα προσθέσω ότι οφείλουμε όλοι στον εαυτό μας μια ενδελεχή αυτοπαρατήρηση και αξιολόγηση των βαθύτερων πεποιθήσεών και αισθημάτων μας. Το δηλητήριο της αλαζονείας και της αίσθησης ανωτερότητας μπορεί κάλλιστα να βρίσκεται κρυμμένο και αθέατο πίσω από έννοιες όπως: δικαιοσύνη, λογική, καλοσύνη, δικαιώματα, αξιοπρέπεια, ταπεινότητα κ.α. Εξ’ άλλου δεν λειτουργεί μέσα μας ένας μηχανισμός αδιάκοπης κατάκρισης των πάντων, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μας; Πόση εμπιστοσύνη άραγε μπορούμε να του έχουμε;